Οι εργασιακές σχέσεις προσδιορίζονται ξανά

 

Κείμενο ενάντια στην επισφαλή και την μαύρη εργασία

 

«Οι επισφαλώς εργαζομενοι είναι η σιωπηλή πλειοψηφία της Ελληνικής νεολαίας ανάμεσα στα 25 και στα 35, οι οποίοι δουλεύουν πολύ, πληρώνονται λίγο, είναι υπερχρεωμένοι και ανασφάλιστοι». ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

 

Με τον όρο επισφαλής εργασία γίνεται συνήθως αναφορά σε μορφές απασχόλησης που παρουσιάζουν ελάχιστες διασφαλίσεις για τον εργαζόµενο, ως προς το να υπάρξει ή να διατηρηθεί σε ένα κοντινό μέλλον ένα «αποδεκτό» επίπεδο διαβίωσης, πράγµα που οδηγεί σε ένα βαθύ αίσθηµα αβεβαιότητας για το μέλλον και ένα αίσθηµα επισφάλειας. Βασικά στοιχεία αυτής της συνθήκης είναι τα εξής:

 

1) η μεταβίβαση του οικονομικού ρίσκου ολοένα και περισσότερο από τους εργοδότες στους εργαζόμενους,
2) η μείωση του χρόνου κατοχής μιας θέσης εργασίας και η εξάρτηση της απασχόλησης και της αμοιβής ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες,
3) η ανασφάλεια είναι ζημιογόνα για τα οικονομικά οφέλη του εργαζόμενου, λόγω της επίτευξής τους μέσω μιας σχέσης απασχόλησης που στηρίζεται στον καιροσκοπισμό, την καχυποψία και την απουσία δέσμευσης, και
4) η υπερφόρτωση τόσο των ατόμων όσο και της ευρύτερης κοινωνίας με μεγάλα βάρη και δαπάνες λόγω της ύπαρξης και διεύρυνσης των τάξεων των ανασφαλών εργαζομένων.

 

Αναγνωρίζοντας μεν αυτές τις νέες συνθήκες στο χώρο της εργασίας, τις συνθήκες της επισφάλειας, διαπιστώνει κανείς ότι δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο σε αυτό και ότι οφείλουμε να μιλήσουμε για όλες της προεκτάσεις που έχει σε κάθε πτυχή της ζωής, Να μιλήσουμε δηλαδή για τη συνολικότερη «επισφαλοποίηση» των ζωών μας η οποία, πέρα από την αβεβαιότητα της εργασίας, αφορά μια συνολικότερη στρατηγική του κεφαλαίου που επηρεάζει τις ζωές μας, όπως είναι ο μετασχηματισμός του εργασιακού μοντέλου που βάζει σε αμφιβολία ακόμα και τους εργαζόμενους με μία σταθερή εργασία (βλ. ρύθμιση για 65ωρο), όπως είναι η συρρίκνωση του λεγόμενου κράτους πρόνοιας κ.α.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τον όρο επισφάλεια δεν μπορούμε παρά να αναφερόμαστε σε όλους. Σίγουρα αναγνωρίζουμε ότι η «επισφαλοποίηση» χτυπά κυρίως την πόρτα των νέων, αλλά όχι αποκλειστικά.. Επίσης, δεδομένη για εμάς πρέπει να θεωρείται η αντιρατσιστική προσέγγιση του ζητήματος της επισφάλειας, με τους μετανάστες να αποτελούν κατεξοχήν επισφαλή φιγούρα. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε το ζήτημα στην ολότητά του, ως κοινωνικές σχέσεις που μετασχηματίζονται επηρεάζοντας τις εργασιακές, οικογενειακές, κοινωνικές, διαπροσωπικές σχέσεις . Οι συμβάσεις εργασίας, οι υπερωρίες, η κινητικότητα από μια δουλειά και μια ειδικότητα σε άλλη, οι αλλαγές στην ασφάλιση, το να μένει κανείς με τους γονείς τους ως τα 30 ή να συγκατοικεί, το να κάνει φίλους από διάφορες δουλειές ή να έχει αποσπασματικές σχέσεις, όλα αυτά εντάσσονται σε αυτό που ονομάζουμε «επισφαλοποίηση» και επηρεάζουν όλο το φάσμα της ζωής. Ζώντας μέσα σε αυτές τις συνθήκες και έχοντας επιλέξει το δρόμο της σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα, βλέπουμε πως απέναντί μας έχουμε το κράτος και τα αφεντικά και όχι την «παλιά γενιά» εργαζομένων. Η κριτική που μπορεί να γίνει στην τελευταία, είναι ότι ως ένα βαθμό επαναπαύτηκε σε αυτά που κέρδισε, εγκλωβίστηκε, ενσωματώθηκε και αφομοιώθηκε, και όχι στο ότι «έχει πολλά» και δεν δέχεται να τα δώσει πίσω.

 

Σε αυτή τη διαδικασία «επισφαλοποίησης των ζωών μας» υπάρχουν κάποια ζητήματα που επανακαθορίζονται, που επανακαθορίζονται για τα ίδια τα υποκείμενα. Εμείς εντοπίζουμε κάποια από αυτά τα ζητήματα, παρακολουθούμε τις τάσεις με τις οποίες τείνουν να επανακαθοριστούν και σε κάποιες τάσεις βρίσκουμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Μερικά παραδείγματα:

 

• Ψευτοδίλλημα. Μόνιμη-σταθερή δουλειά για 40 χρόνια ή εναλλαγή στις εργασίες;

 

Το «ιδανικό» της μόνιμης-σταθερής δουλειάς, αν και δεν έχει ατονίσει τελείως (και αυτό φαίνεται από τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, τους διαγωνισμούς των τραπεζών, τα φροντιστήρια και τους 90.000 υποψήφιους στις πανελλαδικές εξετάσεις κ.α.) έχει αμφισβητηθεί, δεν είναι δηλαδή ένα «ιδανικό» για όλους, δεν είναι μια δεδομένη κοινωνική συνείδηση. Υπάρχει μια σειρά ιστορικών λόγων για αυτό, για την «αμφισβήτηση της μόνιμης-σταθερής εργασίας» στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όπως π.χ. το ότι στην ελλαδική αγορά εργασίας ήταν πάντα αναπτυγμένη η άτυπη εργασία και ειδικά η «μαύρη» εργασία. Με άλλα λόγια, πολλοί εργαζόμενοι έχουν την εικόνα του «άτυπου εργαζομένου» εμπεδωμένη. Σκεφτείτε μόνο τη λέξη «μεροκάματο», τι σημαίνει, και πόσο εδραιωμένη είναι σαν έννοια μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι χώρα του τριτογενή τομέα (2 στους 3 εργαζόμενους). Η ραγδαία ανάπτυξη του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, έχει δημιουργήσει επαγγέλματα που συνδέονται ευκολότερα με τα άτυπα εργασιακά καθεστώτα (ενώ στο δευτερογενή τομέα, στη βιομηχανία, είναι πιο εδραιωμένο το μοντέλο του 5μερου-8ωρου). Ακόμα, η μόνιμη-σταθερή εργασία γέννησαν μια σωρεία αγώνων το ‘70 και το ‘80. Γιατί λοιπόν να την προάγουν περισσότερο τα αφεντικά; Για αυτούς και για άλλους λόγους π.χ. επιθυμία κάποιου μέρους της νεολαίας αλλά και πολλών γυναικών να δουλεύουν ευέλικτα, η «μόνιμη-σταθερή δουλειά» έχει αμφισβητηθεί τόσο «από τα κάτω», όσο κυρίως «από τα πάνω», από το κεφάλαιο.

 

Από την άλλη μεριά, η εναλλαγή στις εργασίες που είναι σίγουρα μια «πιο πλούσια εμπειρία ζωής», επιβάλλεται σήμερα μονομερώς και πολύ βίαια, «από τα πάνω», και δεν είναι παρά σπάνια μια επιλογή των εργαζομένων. Πού πρέπει να σταθούμε λοιπόν ανάμεσα στις δύο τάσεις; Τι να επιλέξουμε άραγε από το δίπολο «μόνιμη-σταθερή» ή «ευέλικτη-προσωρινή» εργασία; Το συγκεκριμένο δίλημμα είναι πλαστό. Όπου και αν βρεθούμε, είτε ως «σταθεροί» είτε ως «προσωρινοί», είμαστε αναγκασμένοι να παλέψουμε συλλογικά για καλύτερες συνθήκες, έχοντας πάντα ως μακροπρόθεσμη προοπτική και όραμα την απελευθέρωση από τον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας. Καμιά «σταθερότητα» ή «προσωρινότητα» δεν μπορεί να αφήσουμε να γίνει ο καταλυτικός παράγοντας (θετικός ή αρνητικός) για την οργάνωση και τον αγώνα μας.

 

• Περισσότερο κράτος, «κράτος πρόνοιας», «κράτος ασφάλειας», ή μορφές κοινωνικής αυτό-οργάνωσης, μη γραφειοκρατικές, μη ιεραρχικές;

 

Όχι μόνο δεν απαξιώνουμε αλλά στηρίζουμε τους αγώνες που π.χ. ζητάνε ένα αυξημένο επίδομα ανεργίας, χρήματα για την Υγεία κ.τ.λ. Μας ενδιαφέρει όμως περισσότερο να στοχοποιούμε την εργοδοσία και λιγότερο να ζητάμε ένα κράτος-προστάτη. Γιατί πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το «περισσότερο κράτος» δεν θα στραφεί ξανά εναντίον μας; Πώς είμαστε σίγουροι ότι δεν θα επαναληφθεί η «κρατικοποίηση του ‘80», όταν δηλαδή όλες σχεδόν οι μορφές αυτόνομης κοινωνικής οργάνωσης (εργοστασιακά σωματεία, επιτροπές γειτονιάς, ομάδες γυναικών κ.α.) που ξεπήδησαν στην μεταπολίτευση και ήταν ριζοσπαστικές, ενσωματώθηκαν στις κρατικές δομές και «αφυδατώθηκαν»; Αν επαναπαυτούμε πάνω στο «καλό κράτος» ή τον «καλό εργοδότη»…αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε πάλι μόνοι μας…αδύναμοι…

 

• Ατομική κινητικότητα ή συλλογική οργάνωση όπου και αν βρισκόμαστε;

 

Ας δούμε την κινητικότητα στην αγορά εργασίας σήμερα. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι κινούνται στην αγορά εργασίας (και όχι μόνο) ατομικά, εργαλειακά, εφήμερα. Η κινητικότητα από δουλειά σε δουλειά πάει πακέτο με τη συνεχή εναλλαγή διαφορετικών εργασιακών χώρων και την εξατομίκευση του εργαζόμενου, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να μείνει σε ένα συγκεκριμένο χώρο για αρκετό διάστημα, ώστε να έρθει σε τριβή με τους συναδέλφους του, να μεταφερθεί η εμπειρία του παρελθόντος και να δημιουργηθεί ένα συλλογικό όραμα για το παρόν και το μέλλον. Παράλληλα, ο εργαζόμενος επιδιώκει κυρίως να πετύχει το ιδιωτικό του όνειρο. Δουλεύει σήμερα εδώ, αύριο εκεί, κακοπληρωμένος, «συμβασιούχος», ανασφάλιστος, ελπίζοντας πως αυτό είναι απλά προσωρινό και κάποια στιγμή θα βρει και αυτός κάτι καλύτερο. Η «επισφαλοποίηση» όμως είναι μια αντιφατική διαδικασία που εμπεριέχει διαφορετικές δυναμικές καταστάσεις. Δηλαδή, ενώ από τη μία φαίνεται ότι η συνεχής κινητικότητα προκαλεί ανασφάλεια, άγχος για το αύριο, δυσκολία να σχεδιάσεις το μέλλον και να έχεις σταθερές αναφορές, από την άλλη φαίνεται να εμπεριέχει και το στοιχείο της δημιουργικότητας, της ενεργητικότητας, και καμιά φορά τα κενά διαστήματα μεταξύ εργασιών αφήνουν χρόνο στον εργαζόμενο για αναστοχασμό στο περιεχόμενο της εργασίας αλλά και της ίδιας της ζωής. Πέρα από το θετικό ή αρνητικό ρόλο της κινητικότητας στους εργαζόμενους (ρόλος που εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων), το στοίχημα είναι σίγουρα το να υπάρχει συλλογική αυτό-οργάνωση σε κάθε χώρο, σε κάθε δουλειά, να αφήνουμε πίσω μας μια παρακαταθήκη ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΟΜΕΝΟΥΣ.

 

Σήμερα λοιπόν που το μοντέλο της κλασσικής συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι γερασμένο και ανήμπορο να εμπνεύσει τους εργαζόμενους, αρκετός κόσμος εφαρμόζει διαφορετικές μορφές οργάνωσης και αγώνα στους εργασιακούς του χώρους .ΜΗ ΔΙΣΤΑΖΕΙΣ !ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ/Η

 

 

– ΑΥΤΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕ ΚΑΘΕ ΧΩΡΟ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

 

– ΑΝΤΙΕΡΑΡΧΙΚΑ, ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ

 

– ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

– EΝΣΗΜΑ, ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

 

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ

 

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΦΑΛΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΕΝΩΣΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

This entry was posted in Κείμενα-αφίσες της ΕΣΕ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published.